Το όραμα του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να αναδομήσουν οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες τον διαλυμένο πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας, δημιουργεί τη μεγαλύτερη μέχρι τώρα δοκιμασία για την αντοχή της αμερικανικής βιομηχανίας απέναντι στον κίνδυνο, σημειώνει σε ανάλυσή του ο ιστότοπος Axios.
Όπως αναφέρεται, πρόκειται για ένα θέμα μεγάλης σημασίας, αφού τόσο ο Τραμπ, όσο και άλλα στελέχη της κυβέρνησης δεν έκρυψαν ότι τα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας αποτελούν βασικό λόγο για την ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο.
«Δεν μπορείς να έχεις τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα στον κόσμο υπό τον έλεγχο αντιπάλων των Ηνωμένων Πολιτειών … χωρίς να ωφελούν τον λαό αυτής της χώρας», δήλωσε την Κυριακή στο NBC ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Ο Τραμπ είπε στους δημοσιογράφους: «Θέλουμε γύρω μας χώρες βιώσιμες και επιτυχημένες, όπου το πετρέλαιο μπορεί να ρέει ελεύθερα … Αυτό ρίχνει τις τιμές. Είναι καλό για τη χώρα μας.»
Η μεγάλη εικόνα ωστόσο, είναι πως η διάθεση των αμερικανικών εταιρειών να επενδύσουν στις εγκαταλελειμμένες υποδομές της Βενεζουέλας μόνο δεδομένη δεν είναι, προειδοποιούν πολλοί αναλυτές, παρά τη βεβαιότητα που εκφράζουν Αμερικανοί αξιωματούχοι. «Η δυνατότητα αύξησης της παραγωγής της Βενεζουέλας εξαρτάται από το κεφάλαιο, το οποίο με τη σειρά του προϋποθέτει πολιτική σταθερότητα και πιθανόν εγγυήσεις από την κυβέρνηση των ΗΠΑ», σημείωσαν την Κυριακή σε σημείωμά τους οι αναλυτές της Jefferies Global Research & Strategy.
Οι αμερικανικές εταιρείες «θα είναι επιφυλακτικές να εμπλακούν χωρίς ένα σταθερό περιβάλλον ασφάλειας και πολύ ευνοϊκούς όρους που να μειώνουν τον κίνδυνο — ειδικά με τις αγορές υπερπροσφερόμενες και τις τιμές χαμηλές βραχυπρόθεσμα», αναφέρει ο αναλυτής της Eurasia Group, Γκρέγκορι Μπριού.
Το ενδιαφέρον στοιχείο, είναι ότι παραμένουν πολλά ερωτήματα σχετικά με το πώς οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να διαμορφώσουν συνθήκες ευνοϊκές για επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων, αν και ο Ρούμπιο ανέφερε γενικά στο CBS την Κυριακή ότι οι εταιρείες θα χρειαστούν «συγκεκριμένες εγγυήσεις και όρους». Είπε ακόμα, ότι η «καραντίνα» των δεξαμενόπλοιων, που τελούν υπό κυρώσεις δημιουργεί μοχλό πίεσης για αλλαγές σε αυτό το πεδίο.
Όπως σχολιάζει το Axios, δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ ζητά από τις πετρελαϊκές εταιρείες να ξεπεράσουν τη ζώνη άνεσής τους επιδιώκοντας μεγάλα οφέλη — με μεγάλους κινδύνους. Το Υπουργείο Εσωτερικών εξετάζει την παραχώρηση δικαιωμάτων γεώτρησης σε θαλάσσιες περιοχές της Αρκτικής ανοικτά της Αλάσκας, αλλά και στα ανοιχτά του Ειρηνικού. Οι εταιρείες εμφανίζονται ενθουσιώδεις για εντατικοποίηση των μισθώσεων στον «Κόλπο της Αμερικής» (μετονομασία από Κόλπο του Μεξικού). Ωστόσο, το ενδιαφέρον για άλλες παράκτιες περιοχές — και το κόστος, τις νομικές μάχες και τον επικοινωνιακό πονοκέφαλο που τις συνοδεύουν — παραμένει χλιαρό.
Η Chevron παραμένει η μοναδική μεγάλη αμερικανική εταιρεία, που δραστηριοποιείται ακόμη στη Βενεζουέλα. Άλλες εταιρείες — κυρίως οι Exxon και ConocoPhillips — αποχώρησαν από τον εθνικοποιημένο τομέα πριν από περίπου δύο δεκαετίες, έπειτα από σύγκρουση με το καθεστώς του Ούγκο Τσάβες. Σημειώνεται, πως τους οφείλονται δισεκατομμύρια δολάρια βάσει διαιτητικών αποφάσεων για απαλλοτριωθέντα περιουσιακά στοιχεία.
Η Λουίσα Παλάθιος, ερευνήτρια στο ενεργειακό ινστιτούτο του Πανεπιστημίου Κολούμπια, έγραψε την Κυριακή ότι ένα αισιόδοξο αλλά ρεαλιστικό σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγής κατά 500.000 έως 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως μέσα σε δύο χρόνια. Αυτό θα προέκυπτε από έναν συνδυασμό καλύτερης διακυβέρνησης και άρσης των αμερικανικών κυρώσεων που παραμένουν σε ισχύ. Βλέπει δυνατότητες για τις διεθνείς εταιρείες που ήδη δραστηριοποιούνται εκεί — όπως οι Chevron, Repsol και ENI — να αυξήσουν την παραγωγή με βάση τις υφιστάμενες άδειες. Και, με πολλές επιφυλάξεις, διαβλέπει πιθανότητα επιστροφής στα ιστορικά υψηλά επίπεδα παραγωγής των 3,5 εκατ. βαρελιών ημερησίως σε ορίζοντα επτά έως δέκα ετών.
Τι παρακολουθούμε, σύμφωνα με το Axios;: Τα πρώτα, ακόμη περιορισμένα, σημάδια ενδιαφέροντος της βιομηχανίας. Μέχρι στιγμής, οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες τηρούν σιγή. Ο Ρούμπιο είπε στο ABC ότι θα υπάρξει «τεράστιο ενδιαφέρον αν τα πράγματα γίνουν με τον σωστό τρόπο». Ο Υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ και ο Υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ θα προχωρήσουν σύντομα «σε αξιολόγηση και συζητήσεις με ορισμένες από αυτές τις εταιρείες», πρόσθεσε.