Την πραγματοποίηση νέας συνάντησης μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, και του Τούρκου Προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ανακοίνωσε επισήμως η κυβέρνηση διά στόματος του εκπροσώπου της, Παύλου Μαρινάκη. Το νέο τετ-α-τετ των δύο ηγετών, που προσδιορίστηκε χρονικά για την επόμενη εβδομάδα, έρχεται να επιβεβαιώσει την πρόθεση της Αθήνας να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα, παρά τις κατά καιρούς ρητορικές εξάρσεις της γείτονος.
Η ανακοίνωση και το χρονοδιάγραμμα
Κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο κ. Μαρινάκης γνωστοποίησε ότι οι δύο ηγέτες θα έχουν την ευκαιρία να συνομιλήσουν την ερχόμενη εβδομάδα. Η συνάντηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνημένης διαδικασίας του πολιτικού διαλόγου και της «θετικής ατζέντας», η οποία στοχεύει στη διατήρηση του κλίματος ηρεμίας στο Αιγαίο και στην αποφυγή εντάσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επικίνδυνες ατραπούς.
Αν και οι λεπτομέρειες για την ακριβή ημέρα και την ατζέντα της συζήτησης αναμένεται να οριστικοποιηθούν τις επόμενες ημέρες μέσω των διπλωματικών γραφείων των δύο χωρών, η επιβεβαίωση του ραντεβού αποτελεί από μόνη της πολιτικό γεγονός. Καταδεικνύει ότι, παρά τις υπαρκτές και βαθιές διαφορές, οι δύο πλευρές επιλέγουν –προς το παρόν– το τραπέζι των συζητήσεων από την ένταση στο πεδίο.
Το πλαίσιο του διαλόγου και οι «Κόκκινες Γραμμές»
Η ελληνική κυβέρνηση προσέρχεται στη συνάντηση αυτή με σαφή στρατηγική και ξεκάθαρες θέσεις. Όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Μέγαρο Μαξίμου και το Υπουργείο Εξωτερικών, ο διάλογος με την Τουρκία δεν σημαίνει υποχώρηση από τα κυριαρχικά δικαιώματα.
Βασική επιδίωξη της ελληνικής πλευράς παραμένει η διατήρηση των «ήρεμων νερών». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να θέσει ζητήματα που αφορούν την παράτυπη μετανάστευση, τη συνεργασία στην πολιτική προστασία και την οικονομία, τομείς όπου η «θετική ατζέντα» έχει αποδώσει καρπούς.
Ωστόσο, η Αθήνα έχει καταστήσει σαφές σε όλους τους τόνους ότι ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, αποστρατιωτικοποίησης των νησιών ή αμφισβήτησης διεθνών συνθηκών (όπως η Συνθήκη της Λωζάνης) δεν τίθενται καν προς συζήτηση. Η μόνη διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα προς επίλυση μέσω διεθνούς δικαιοδοσίας παραμένει η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας.
Η στάση της Τουρκίας και η συγκυρία
Η συνάντηση έρχεται σε μια περίπλοκη γεωπολιτική συγκυρία. Η Τουρκία, διατηρώντας το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», συνεχίζει να προκαλεί λεκτικά, ενώ παράλληλα παρακολουθεί με καχυποψία την ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και τις διεθνείς συμμαχίες της Ελλάδας.
Παρά τις δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων περί «ελληνικής απειλής» ή τις αντιδράσεις για τα θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται να επιθυμεί τη διατήρηση ενός δυτικού προφίλ, τουλάχιστον ως προς την επικοινωνία με την Ελλάδα, πιθανώς για να εξυπηρετήσει ευρύτερους στόχους του στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τι να περιμένουμε
Δεν αναμένονται θεαματικές ανακοινώσεις ή άμεση επίλυση των χρόνιων προβλημάτων από τη συνάντηση της επόμενης εβδομάδας. Ο πήχης των προσδοκιών παραμένει ρεαλιστικός: το ζητούμενο είναι η επιβεβαίωση της αμοιβαίας βούλησης για αποφυγή κρίσεων και η συνέχιση των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ).
Η δήλωση του Παύλου Μαρινάκη επιβεβαιώνει ότι η στρατηγική της κυβέρνησης είναι η ενεργητική διπλωματία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται συχνά από κυβερνητικά στελέχη: «Συζητάμε δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε, και σίγουρα δεν σημαίνει ότι υποχωρούμε». Το αν αυτή η συνάντηση θα προσθέσει άλλο ένα λιθαράκι στην ομαλοποίηση ή αν θα αναδείξει εκ νέου το χάσμα που χωρίζει τις δύο χώρες, μένει να φανεί στην πράξη.